Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2007

Ωδή για Εκείνη (αγνώστου)

Ωδή για Εκείνη
(αγνώστου)

Μας έλκυσε από μακρυά. Την ακούσαμε να φωνάζει δυνατά τα ονόματα μας, την ακούσαμε να ουρλιάζει για να μας ξυπνήσει. Την ακούσαμε να υποφέρει όχι επειδή ήταν αυτή μακρυά μας μα επειδή ήμασταν εμείς μακρυά της. Πολλές φορές μας προσέγγισε αλλάζοντας συχνά μορφή,στο γεράκο στη στάση του λεωφορείου που χωρίς λόγο ξεκινάει να λέει σε εσένα την ιστορία της ζωής του, καταλήγοντας στην προτροπή του να χαρείς το τώρα, τα νιάτα σου. Στα μάτια του αγαπημένου σου καθρεφτίστηκε κάποιες φορές όταν αυτός χωρίς προφανή λόγο στην περιέγραφε. Στο κορμί εκείνης της κοπέλας που μοιραστήκατε το ίδιο στρώμα για ένα βράδυ, στη γροθιά εκείνου του μπάτσου που χωρίς να το ήξερε δρούσε για λόγο της.

Δεν την αγνοήσαμε. Στην αρχή μας συνεπήρε η ομορφιά της, μας σαγήνευσαν οι υποσχέσεις της. Αρχίσαμε να την ποθούμε σαν εραστές που λαχταρούν την όμορφη νέα ή κοπέλες που μόλις ένοιωσαν το άγγιγμα ξένης σάρκας για πρώτη φορά στο στήθος τους. Τόσο απλά, τόσο φυσικά. Την φωνάξαμε στους δρόμους να μας συνοδεύσει τότε που αδέλφια μας αργοπέθαιναν, την κάναμε ζωγραφιά και στολίσαμε τους τοίχους σας να χαρούν τα μάτια σας, την κλείσαμε σε ένα μπουκάλι και την αφήσαμε στους ωκεανούς της μεγαλούπολης να αιωρείται πριν φωτίσει τη νυχτιά.

Την κάναμε κομμάτι μας. Και έτσι γίναμε κι εμείς κομμάτι της. Αρχίσαμε να μπαίνουμε πιο βαθιά, να την γιορτάζουμε κάποια απόβραδα υπό το φως της σελήνης και τους αρχαίους ρυθμούς. Τα τύμπανα που ακούγονταν στα αυτιά μας δεν ήταν του πολέμου, μήτε της εχθρότητας, έφερναν το μήνυμά της μόνο. Διψούσαμε για ζωή και μας ξεδίψασε, κλαίγαμε να ακουστούμε και μας έδωσε τη δύναμη να φωνάζουμε με όλο μας το είναι. Ήμασταν φυλακισμένοι και μας ελευθέρωσε όπως μόνο εκείνη μπορούσε, αληθινά, απόλυτα, μοναδικά. Πάψαμε να την αναζητούμε γιατί αυτή γεννήθηκε μέσα μας. Έσκισε τον εαυτό της και μοιράστηκε στα παιδιά της, αφέθηκε στα χέρια μας γιατί ήξερε ότι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ήταν και θα είναι για πάντα.

Κοίταξε μας. Κάποτε ήμασταν σαμάνοι, απομωνομένοι μοναχοί, ήρεμοι βουδιστές και πολεμοχαρείς χωρικοί ενάντιοι του βασιλιά. Ήμασταν πολεμιστές, εραστές, τρελοί, καλλιτέχνες, μάγοι, ζητιάνοι, νέοι, γέροι και παιδιά. Υπερήφανοι αιρετικοί που καήκαμε αναίτια και ταπηνοί δούλοι που το βράδυ μαζευόμασταν γύρω απτη φωτιά και γελούσαμε με τα προβλήματα της αριστοκρατικής τάξης. Ήμασταν αερικά, πνεύματα ανήσυχα, φαντάσματα, δράκοι, ξωτικοπαρμένοι και ονειροπαρμένες κοπέλες. Ήμασταν μια ιστορία που σου είπε η γιαγιά σου, ένα ελαφρό αεράκι που σε λύτρωσε απ’ την καλοκαιρινή ζέστη και μια σταγόνα βροχής που άθελα της έπεσε μέσα στο στόμα σου για να γευτείς λίγο ουρανό.

Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε παιδιά της.
Παιδιά της Ελευθερίας, της μοναδικής της αλήθειας, της ζωογόνου πνοή της, του ασταποφόρου χαμόγελού της. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε παιδιά της Ελευθεριάς.
Και το μεγάλο μυστικό που τόσα χρόνια φέρουμε μαζί μας, το μεγάλο μυστικό που άλλοτε στο δώσαμε βγαλμένο απ’ τα φύλλα κάποιου φυτού κι άλλοτε κεντημένο στο φλοιό ενός δέντρου, γραμμένο σε τόνους παπύρου και συμπυκνωμένο σ’ ένα ψίθυρο μιας βραδιάς, το μεγάλο μυστικο που πάντα μοιραζόμασταν με εσένα είναι ένα.

Είσαι κι εσύ παιδί της Ελευθερίας.
Έχει γεννηθεί και μέσα σου το φώς της.
Δές το, ακουλούθησε το, άστο να σε συνεπάρει κι έλα να μας βρεις. Είμαστε, είσαι και είναι παντού.
Τα πάντα Ελεύθερα ποιήθηκαν...


Με αγάπη


jbg - ευχαριστω Θεοδωρε που μου το εστειλες!

Γράφουν οι

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...